ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΜΕ ΜΕΡΙΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

Πάνω από μισό εκατομμύριο το 2006

Η ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας πλήττει κυρίως τους νέους και πάει χέρι χέρι με τις ανατροπές στο σύστημα της Κοινωνικής Ασφάλισης

Πάνω από 10% ήταν το ποσοστό της μερικής απασχόλησης στην Ελλάδα το 2006, καθώς οι μερικώς απασχολούμενοι έφτασαν συνολικά τους 537.625! Αυτό προκύπτει από την επεξεργασία των επίσημων στοιχείων που παρουσιάζει σήμερα ο «Ρ». Η ελαστικοποίηση της εργασίας σχετίζεται άμεσα και πάει χέρι χέρι με τις ανατροπές στα συστήματα Κοινωνικής Ασφάλισης. Οι χαμηλοί μισθοί (μικρότεροι ακόμα και από αυτές τις εξευτελιστικές αποδοχές που προβλέπονται από τις Συμβάσεις της ΓΣΕΕ), τα ελάχιστα ένσημα, η ανασφάλιστη τις περισσότερες φορές εργασία, το διαρκές πέρασμα από την υποαπασχόληση στην ανεργία, δυναμιτίζουν τα ασφαλιστικά δικαιώματα χιλιάδων εργαζομένων, κυρίως νέων. Δημιουργούν, ταυτόχρονα, το αναγκαίο υπόβαθρο για να δικαιολογηθεί μια επίθεση που στόχο έχει τη συνολική υποβάθμιση των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών παροχών όλων των εργαζομένων.

Η ελαστικοποίηση της εργασίας αποτελεί αναγκαίο εργαλείο για την ενίσχυση της «ανταγωνιστικότητας», που είναι η κεντρική πολιτική επιλογή των κυβερνήσεων του κεφαλαίου και της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Επιλογή που αποτυπώνεται ξεκάθαρα στους στόχους που έθεσε η Στρατηγική της Λισαβόνας το 2000, τους οποίους επαναδιατύπωσε η ΕΕ το 2005 και τώρα εντείνει παραπέρα την υλοποίησή τους, προωθώντας τη λεγόμενη «ευελφάλεια» και τις αλλαγές στο Εργατικό Δίκαιο μέσω της Πράσινης Βίβλου. Σ’ αυτήν τη στρατηγική κατεύθυνση, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έχουν να επιδείξουν πλούσιο έργο.

Σήμερα το μεγάλο κεφάλαιο μπορεί να χρησιμοποιεί τη μια ή την άλλη ελαστική μορφή εργασίας, ή και πολλές ταυτόχρονα, εξυπηρετώντας την ανάγκη του για αύξηση της κερδοφορίας. Η υποαπασχόληση, μία βασική κατηγορία από την τεράστια γκάμα ελαστικών μορφών εργασίας, στην Ελλάδα κυριολεκτικά τσακίζει κόκαλα. Η μερική απασχόληση, η εργασία εκ περιτροπής, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ακόμα και μιας μέρας, είναι βασικές μορφές υποαπασχόλησης.

Πολιτικά υπεύθυνες γι’ αυτήν την κατάσταση είναι οι κυβερνήσεις του κεφαλαίου. Αλλά και ο ΣΥΝ, που στηρίζει αυτήν την πολιτική κάνοντας προτάσεις για τη διαχείριση και όχι την εξάλειψη του προβλήματος. Χαρακτηριστικό είναι το εξής: Το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να εμφανίσει τη μερική απασχόληση ως προθάλαμο στην πλήρη απασχόληση, ενώ ο ΣΥΝ προτείνει πλαφόν στη μερική απασχόληση. Αντίστοιχες ευθύνες φέρουν και οι συνδικαλιστικές πλειοψηφίες σε ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ.

Με νόμους της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ

Η μερική απασχόληση στην Ελλάδα έχει, ήδη, προωθηθεί με το νόμο 1892/1990 της ΝΔ και τον 2639/1998 του ΠΑΣΟΚ στον ιδιωτικό τομέα. Ενώ με τον 3174/2003 του ΠΑΣΟΚ και με νέο νόμο της ΝΔ, τον Ιούνη του 2004, η μερική απασχόληση εισήχθη και στο Δημόσιο.

Ο 2639/98 αναφέρει χαρακτηριστικά: «Κατά τη σύσταση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της, ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορεί με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση)…» (άρθρο 2, παρ. 1).

Και στην επόμενη παράγραφο σημειώνεται: «Επίσης, κατά τη σύσταση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της, ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής ανά ημέρα, εβδομάδα ή μήνα…». Δηλαδή, ο εργοδότης είναι ελεύθερος να απασχολεί κάποιον με πετσοκομμένα δικαιώματα για όσο καιρό θελήσει και μάλιστα με «ατομική σύμβαση».

Ραγδαία αύξηση σε Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ενωση

Τα δεδομένα που συλλέγει η ίδια η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδας (ΕΣΥΕ) μαρτυρούν ότι η μερική απασχόληση τσακίζει κόκαλα. Ωστόσο, η ΕΣΥΕ επιχειρεί να εμφανίσει τη μερική απασχόληση πολύ μικρότερη από την πραγματική. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ μεταξύ των ετών 2000-2006 η πραγματική μερική απασχόληση κυμαίνεται από 10% έως 12%, η ΕΣΥΕ για τα ίδια χρόνια παρουσιάζει ποσοστά από 4% έως 5,7% αποκρύπτοντας εκατοντάδες χιλιάδες μερικώς απασχολούμενους.Ο τρόπος που η ΕΣΥΕ κατατάσσει κάποιον στους μερικά απασχολούμενους είναι εντελώς αυθαίρετος, γιατί δε βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια (π.χ. ώρες εργασίας), αλλά, όπως παραδέχεται και η Γιούροστατ, «η διάκριση μεταξύ πλήρους και μερικής απασχόλησης στηρίζεται στην αυθόρμητη απάντηση που δίνει ο ερωτώμενος».

Με βάση τα στοιχεία (Πίνακας 1), ο αριθμός των εργαζομένων με μερική απασχόληση βρίσκεται σταθερά πάνω από τις 400 χιλιάδες τα τελευταία χρόνια και αυξάνεται ραγδαία. Το 2000 ο αριθμός των εργαζομένων με μερική απασχόληση (σ.σ. που δούλευαν μέχρι 25 ώρες τη βδομάδα) ήταν 413.325, ή, αλλιώς, το 10,10% του συνόλου των απασχολούμενων που τότε έφθαναν τα 4.088.475. Ενώ μια σύγκριση μεταξύ των ετών 2000 και 2006 δείχνει ότι οι μερικώς απασχολούμενοι αυξήθηκαν κατά 30,15%, όταν το σύνολο των απασχολούμενων αυξήθηκε μόλις 8,89% (από 4.088.475 εργαζόμενους το 2000 σε 4.452.275 το 2006). Ενα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η μεγάλη αύξηση στους εργαζόμενους με μερική απασχόληση στο Δημόσιο (Πίνακας 2). Ακόμα, μεγάλος είναι ο αριθμός εργαζομένων που απασχολούνται από 25 έως και 34 ώρες τη βδομάδα και όχι πάντως με πλήρες ωράριο, το οποίο στις σημερινές συνθήκες έχει διαμορφωθεί στις 40 ώρες ανά βδομάδα.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι με βάση τα στοιχεία ένας τεράστιος όγκος εργαζομένων βρίσκεται στην αντίπερα όχθη της εξουθενωτικής υπεραπασχόλησης. Χαρακτηριστικό είναι ότι το πρώτο τρίμηνο του 2006 το 42% των εργαζομένων δούλεψαν από 40 έως και 48 ώρες τη βδομάδα, ενώ το 27,8% από 48 ώρες και πάνω!

Ενας στους πέντε στην ΕΕ

Σύμφωνα με τη Γιούροστατ, στην «Ευρώπη των 15» ένας στους πέντε απασχολούμενους δουλεύει με καθεστώς μερικής απασχόλησης, η οποία, από το 1995 μέχρι το 2006, ανέβηκε κατά 24% και εκσφενδονίστηκε από το 15,8% στο 20,8%! Η ραγδαία αύξηση και τα υψηλά ποσοστά αποτυπώνουν την αγριότητα της αντεργατικής επίθεσης:

  • Στην Ολλανδία, σχεδόν 1 στους 2 εργαζόμενους είναι όμηρος της μερικής απασχόλησης (46,2%)!
  • Στην Ελβετία, μερικώς απασχολούμενοι είναι 3 στους 10 (33,3%).
  • Σε Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο και Σουηδία πάνω από 2 στους 10 (25,8%, 25,5% και 25,1%, αντίστοιχα).
  • Στην Ιταλία, η μερική απασχόληση αυξήθηκε μέσα σε 11 χρόνια κατά 52,6% (από 6,3% πήγε 13,6%).
  • Στο Λουξεμβούργο αυξήθηκε κατά 50,2% (από 8,5% πήγε 17,1%).

Με γοργούς ρυθμούς προχωρά η ανατροπή των εργασιακών σχέσεων και στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Στη Λιθουανία η μερική απασχόληση έχει φτάσει ήδη στο 9,9% (2006), στην Πολωνία στο 9,8%, στη Ρουμανία στο 9,7%! Αν κάποιος ρίξει μια ματιά στους κατώτατους μισθούς που δίνει η Γιούροστατ γι’ αυτές τις χώρες (για πλήρως απασχολούμενους και μεικτά), μπορεί να βεβαιωθεί για τα δεινά που επιφυλάσσει στους εργαζόμενους λαούς η «ευρωπαϊκή προοπτική». Στη Λιθουανία ο βασικός μισθός είναι 173 ευρώ (2007), στην Πολωνία 245, στη Ρουμανία 114, στη Βουλγαρία 92!..

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Ν.Δ., ΠΑ.ΣΟ.Κ, Πολιτική Κοροϊδια ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, εργατικά, εργοδοτική τρομοκρατία, ελαστικές μορφές εργασίας, καπιταλισμός. Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΜΕ ΜΕΡΙΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ
Αρέσει σε %d bloggers: