Νέα αγωγή – πρόκληση στο πνεύμα Σανιδά

ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΗ «ΤΖΑΜΠΟ»
Ζητάει την οικονομική και ποινική εξόντωση του απολυμένου Νίκου Νικολόπουλου, αναπαράγοντας τα επιχειρήματα του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου
Κυβέρνηση, μεγαλοεργοδοσία και ταξική δικαιοσύνη έχουν βάλει στο στόχαστρο το εργατικό κίνημα και την ταξική πρωτοπορία του
Την οικονομική και ποινική εξόντωση του Νίκου Νικολόπουλου επιδιώκει με νέα αγωγή της η εργοδοσία της πολυεθνικής «Τζάμπο». Ο κομμουνιστής εργαζόμενος απολύθηκε τον περασμένο Γενάρη επειδή πήρε μέρος στην πανελλαδική απεργία του Δεκέμβρη και καλούσε τους συναδέλφους του να κάνουν το ίδιο. Η απόλυσή του προκάλεσε τη δυναμική αντίδραση των ταξικών δυνάμεων, που με δεκάδες κινητοποιήσεις έξω από τα καταστήματα της επιχείρησης απαίτησαν την ανάκλησή της.

Και η νέα αγωγή έχει τη σφραγίδα της κατάπτυστης εντολής Σανιδά να χτυπηθεί με κάθε μέσο το εργατικό κίνημα και η ταξική πρωτοπορία του. Είναι φανερό ότι στο πνεύμα αυτής της «υπόδειξης», στην οποία ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου χαρακτήριζε «τελεσθέντα εγκλήματα» τους εργατικούς αγώνες, η εργοδοσία επανέρχεται ενθαρρυμένη, μετά και την πρόσφατη δικαστική απόφαση σε βάρος του Συλλόγου Εμποροϋπαλλήλων Αθήνας και της προέδρου του Μαρίας Τσαγκατάκη. Την ίδια ώρα, όπως η εργοδοσία ομολογεί στο κείμενο της αγωγής, εκκρεμούν 48 μηνύσεις σε βάρος συνδικαλιστών και άλλων αγωνιστών που πήραν μέρος στις πολύμηνες κινητοποιήσεις έξω από τα «Τζάμπο».

Με τη νέα αγωγή σε βάρος του Νίκου Νικολόπουλου (εκκρεμεί ήδη μια μήνυση σε βάρος του για την οποία έχει κληθεί να δώσει εξηγήσεις) η εργοδοσία απαιτεί, μεταξύ άλλων, ο απολυμένος να της καταβάλει το ποσό των 200.000 ευρώ για ηθική βλάβη και να του απαγγελθεί προσωπική κράτηση ενός έτους για αδικοπραξία! Πρόκειται για την ίδια εργοδοσία που του έδινε μισθό – όπως και σε άλλους εργαζόμενους – 590 ευρώ το μήνα, όσο δούλευε σαν εξαμηνίτης συμβασιούχος στα καταστήματά της.

Μ’ ένα μάτσο κατηγορίες

Η εργοδοσία κατηγορεί τον Νίκο Νικολόπουλο ότι πρωτοστάτησε στις κινητοποιήσεις – τις οποίες η ίδια χαρακτηρίζει «παράνομες» – και τη δυσφήμισε όταν κατάγγειλε την απόπειρα εξαγοράς του. Ακόμα, του αποδίδει κατηγορίες για «παράνομη βία, διατάραξη οικιακής ειρήνης και φθορά ξένης ιδιοκτησίας από κοινού». Στη βάση αυτών των κατηγοριών απαιτεί:

  • Να της καταβάλει… «ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που μου προξένησε το ποσό των ευρώ διακοσίων χιλιάδων (200.000) έντοκα και με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της παρούσας μέχρι την ολοσχερή εξόφληση».
  • Να του απαγγελθεί «προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους λόγω της αδικοπραξίας του».
  • Να υποχρεωθεί να «παραλείπει στο μέλλον και στο διηνεκές πάσα περαιτέρω παράνομη προσβολή» των δικαιωμάτων της εργοδοσίας, «με την απειλή» ότι κάθε φορά που τα παραβαίνει θα τιμωρείται με «προσωπική κράτηση μέχρι ενός (1) έτους και χρηματικής ποινής ποσού ευρώ πέντε χιλιάδων εννιακοσίων (5.900) και εγγυοδοσίας ποσού εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000)».
  • Να καταβάλει το σύνολο της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής του δικηγόρου της εργοδοσίας.

Η αγωγή κατατέθηκε στις 27 Μάρτη 2009 και η δικάσιμος ορίστηκε να γίνει στις 13 Γενάρη 2011.

«Παράνομο» ό,τι θίγει τα κέρδη

Το κείμενο της αγωγής είναι γεμάτο προκλήσεις και αποκαλύπτει τον τρόπο που η εργοδοσία αντιλαμβάνεται τα συνδικαλιστικά και άλλα δικαιώματα των εργαζομένων. Κάνοντας το μαύρο – άσπρο εμφανίζει τον εαυτό της ως θύμα. Φθάνει στο σημείο να δικαιολογεί τις απολύσεις που κάνει λέγοντας ότι «προσλαμβάνει και απολύει άτομα, που αποτελούν το προσωπικό της, αποκλειστικά και μόνον με αξιοκρατικά κριτήρια. Στη διαρκή αναζήτηση για το καλύτερο, επιβραβεύει τους επιμελείς υπαλλήλους με τη μακρόχρονη παραμονή τους στην εταιρεία, ενώ απομακρύνει όσους δεν είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους».

Ομως για τους εργοδότες επιμελής και ευσυνείδητος εργαζόμενος είναι αυτός που αποδέχεται το χτύπημα των δικαιωμάτων του για να βγάζουν όλο και περισσότερα κέρδη. Είναι αυτός που δεν αντιδρά στις αντεργατικές πολιτικές γενίκευσης των ευέλικτων μορφών εργασίας, στους μισθούς πείνας.

Παραπέρα η εργοδοσία ισχυρίζεται ότι οι κινητοποιήσεις για την ανάκληση της απόλυσης του Νίκου Νικολόπουλου εκφεύγουν «τελείως των ορίων της απλής περίπτωσης διαμαρτυρίας» και πως εντάσσονται «στα γενικότερα πλαίσια μιας προσχεδιασμένης και οργανωμένης επίθεσης των ορισμένων ταξικών ομάδων πολιτικής πίεσης και συνδικαλιστικών οργανώσεων κατά του κεφαλαίου και του αστικού κράτους».

Σε άλλο σημείο θεωρεί ότι οι «έκνομες μεθοδεύσεις και ενέργειες» εναντίον της, «κατατείνουν και στοχεύουν στην άγρα συνδικαλιστικής και κομματικής «πελατείας». Και πιο κάτω θεωρεί ότι ο αγώνας που δόθηκε ήταν μια «οργανωμένη επιθετική ενέργεια εναντίον μου», η οποία είχε ως «όργανο δράσης» τον Νίκο Νικολόπουλο, οποίος είχε ως προφανή στόχο να «δρέψει συνδικαλιστικό και πολιτικό προσωπικό όφελος και να παρουσιάσει τον εαυτό του ως μάρτυρα»!

Με άθλιο τρόπο, η πολυεθνική προσπαθεί μάταια να συκοφαντήσει στα μάτια των εργαζόμενων τις δεκάδες κινητοποιήσεις για την ανάκληση της άδικης απόλυσης και μαζί τα συνδικάτα, τους συνδικαλιστές και τους εργαζόμενους από όλους τους κλάδους που συμμετείχαν σε αυτές, παρουσιάζοντας ούτε λίγο ούτε πολύ αυτούς που πρωτοστάτησαν στη διοργάνωσή τους να εμφορούνται από προσωπικά ή άλλα ιδιοτελή κίνητρα.

Με τον ίδιο προκλητικό τρόπο η εργοδοσία ισχυρίζεται ότι η απόλυση δεν έγινε για να προστατέψει τα κέρδη της και για να στείλει το μήνυμα στους υπόλοιπους εργαζόμενους της επιχείρησης ότι όποιος αντιδρά χτυπιέται. Αλλά, όπως αναφέρει, για λόγους… ηθικής τάξης: «Για τη διοίκηση της επιχείρησής μου υπάρχει κάτι πολύ πιο σημαντικό από το χρήμα και το κέρδος, υπάρχουν ηθικές αξίες και μια στάση ζωής και επιχειρηματικής δράσης, που αξιοκρατικά «βραβεύει» τον εργατικό και «αρνείται» τον τεμπέλη και αυτόν που συνειδητά επιδιώκει να βλάψει την επιχείρηση που εργάζεται».

Αναπαράγει το πνεύμα Σανιδά

Ακολουθώντας την πρακτική Σανιδά, η εργοδοσία αποφαίνεται στην αγωγή της για το τι είναι είναι «νόμιμη» και τι «παράνομη» συνδικαλιστική δράση. Ισχυρίζεται ότι «οι συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν μπορούν ούτε να οργανώσουν ούτε να προκαλούν κατ’ άλλο τρόπο παράνομη συλλογική δράση. Ομοίως δεν έχουν δικαίωμα να μετέχουν σε παράνομη συλλογική δράση, παρέχοντας στήριξη στη δράση αυτή ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τα μέλη των οργανώσεων αυτών, όπως αποδείχθηκε ότι είναι ο εναγόμενος…».

Και πιο κάτω προσθέτει, ακόμα και αν είναι νόμιμη η δράση των συνδικάτων θα πρέπει να ασκείται έτσι ώστε «να σέβεται και να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας αναφορικά με τα προστατευόμενα οικονομικά δικαιώματα του εργοδότη».

Η επιχειρηματολογία της είναι ίδια και απαράλλαχτη με τα όσα είπε ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στη συνάντησή του με τους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ, στο πλαίσιο παράστασης διαμαρτυρίας για την κατάπτυστη παρέμβασή του προς όφελος της πολυεθνικής. Με δεδομένο ότι η κυβέρνηση έχει καλύψει πλήρως τον εισαγγελέα, τόσο στη Βουλή, κατά τη συζήτηση σχετικής Ερώτησης του ΚΚΕ, όσο και κατά τη διαμαρτυρία του ΠΑΜΕ στον αρμόδιο υπουργό, είναι φανερό ότι κυβέρνηση, εργοδοσία και δικαιοσύνη συγκροτούν ένα ενιαίο μπλοκ σε βάρος των εργαζόμενων, όχι μόνο της «Τζάμπο», αλλά και κάθε άλλης επιχείρησης, αφού στόχος είναι να χτυπηθεί, να ποινικοποιηθεί και κατασταλεί συνολικά το εργατικό κίνημα.

Advertisements
Αναρτήθηκε στις Καπιταλιστικά Κέρδη, δημοκρατικά δικαιώματα, εργοδοτική τρομοκρατία. Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Νέα αγωγή – πρόκληση στο πνεύμα Σανιδά
Αρέσει σε %d bloggers: